Ο Γουάλντο ο ποντικός.

Ένα μικρό ποντίκι που λεγόταν Γουάλντο ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι με τη μητέρα του, τον πατέρα του και τα αδελφάκια του. Ο Γουάλντο αγαπούσε την περιπέτεια και ήθελε πολύ να εξερευνήσει τον κόσμο. Αλλά οι γονείς του πάντα τον προειδοποιούσαν για τους κινδύνους που κρύβονταν μέσα στο σπίτι. Ειδικά για τον άνθρωπο, που ήταν ένας μεγάλος εχθρός των ποντικών.

Μια μέρα, όταν ο Γουάλντο ήταν μόνος του στο σπίτι, είδε ένα νόστιμο κομμάτι τυρί σε ένα πιατάκι. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό και έτρεξε γρήγορα προς το μέρος του. Αλλά πριν καν το συνειδητοποιήσει καλά, έπεσε ένα κλουβί πάνω του. Ο Γουάλντο είχε πέσει στην παγίδα!

Άρχισε να φτιάχνει και να τρέμει από τον φόβο.

Μετά από λίγο, άκουσε βήματα να πλησιάζουν. Ήταν ο άνθρωπος, που άρπαξε το κλουβί και το έφερε έξω. Ο Γουάλντο νόμιζε ότι ο άνθρωπος θα τον σκότωνε.

Ο Γουάλντο έκλεισε τα μάτια του και περίμενε το χειρότερο. Αλλά προς την έκπληξή του, ξαφνικά ένιωσε ένα απαλό αεράκι και άκουσε τον πειθανό ήχο των πουλιών. Ο άνθρωπος δεν τον είχε σκοτώσει, αλλά τον είχε αφήσει ελεύθερο στη φύση!

Ο Γουάλντο άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι βρισκόταν σε ένα όμορφο δάσος. Είδε λουλούδια, δέντρα, πεταλούδες και άλλα ζώα. Ένιωσε το φρέσκο αέρα και ένιωσε τον ζεστό ήλιο. Δεν μπορούσε να πιστέψει την ευτυχία του.

Βγήκε από το κλουβί και άρχισε να τρέχει. Συνάντησε άλλα ποντίκια που τον υποδέχθηκαν φιλικά. Του είπαν ότι ζούσαν σε μια μεγάλη οικογένεια που φρόντιζε ο ένας τον άλλον. Τον προσκάλεσαν να έρθει να μείνει μαζί τους.

Ο Γουάλντο ήταν ευτυχισμένος που είχε κάνει νέους φίλους, αλλά ακόμα έλειπε η δική του οικογένεια. Αναρωτιόταν αν θα τους ξαναέβλεπε ποτέ. Αποφάσισε να γράψει ένα σημειωματάκι και να το δώσει σε ένα πουλί, που θα το έφερνε στο σπίτι του.

Έγραψε:

"Αγαπητή μαμά, μπαμπά, αδελφάκια και αδελφές,

Έπεσα σε παγίδα και ο άνθρωπος με πήρε μαζί του. Αλλά δεν με σκότωσε, αλλά με αφησε ελεύθερο σε ένα όμορφο δάσος. Εδώ έχω πολλούς νέους φίλους που με φροντίζουν πολύ καλά. Αλλά σας λείπω πολύ και ελπίζω να έρθετε να με ψάξετε. Σας περιμένω κοντά στη μεγάλη βελανιδιά.

Πολλά φιλιά,

Γουάλντο"

Το έδωσε σε ένα πουλί που του υποσχέθηκε να το παραδώσει. Του ευχαρίστησε το πουλί και γύρισε στους νέους φίλους του.

Μερικές μέρες αργότερα, ενώ ο Γουάλντο έπαιζε, άκουσε ξαφνικά γνώριμες φωνές. Κοίταξε πάνω και είδε τη μητέρα του, τον πατέρα του και τα αδελφάκια του. Τον είχαν έρθει να τον βρουν!

Ο Γουάλντο ήταν ευτυχισμένος και έτρεξε προς τους γονείς του. Τους έδωσε όλους ένα μεγάλο φιλί και αγκάλια. Τους είπε όλα όσα είχε ζήσει και τους παρουσίασε στους νέους του φίλους. Η οικογένειά του ήταν χαρούμενη που ήταν ασφαλής και ότι περνούσε καλά.

Αποφάσισαν να μείνουν μαζί στο δάσος, όπου φτιάξαν ένα νέο σπίτι.

Ποτέ δεν είχαν είναι τόσο ευτυχισμένοι!